Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

combined effect


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο combined παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: effect
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: combined, combine

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
combined adj(joined, united)συνδυασμένος, ενωμένος μτχ πρκ
  κοινός επίθ
  από κοινού έκφρ
 The combined funds will help pay for a new animal shelter.
combined adj(together, jointly)κοινός επίθ
  από κοινού έκφρ
 Our combined efforts succeeded at last.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
combine [sth] vtr(mix)ανακατεύω, αναμιγνύω, αναμειγνύω ρ μ
  συνδυάζω ρ μ
 First, combine the ingredients with a whisk.
 Πρώτα, ανακάτεψε τα υλικά με ένα σύρμα.
combine [sth] with [sth] vtr + prep(mix with)ανακατεύω κτ με κτ, αναμιγνύω κτ με κτ, αναμειγνύω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
  συνδυάζω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 Julia combined the eggs with some milk.
 Η Τζούλια ανακάτεψε τα αυγά με λίγο γάλα.
combine [sth] with [sth],
combine [sth] and [sth]
vtr + prep
(add together) (κτ με κτ, κτ και κτ)συνδυάζω ρ μ
 Combine the sum from this column with the sum from that column to get the total.
 Συνδύασε το ποσό απ΄αυτήν την στήλη με το ποσό από εκείνη τη στήλη για να δεις το συνολικό ποσό.
combine [sth] with [sth] vtr + prep(add together) (κάτι με κάτι)συνδυάζω ρ μ
 Combining style with class, Audrey Hepburn's fashion is timeless.
 Συνδυάζοντας το στυλ με την αριστοκρατικότητα, το στυλ της Ώντρεϋ Χέπμπεορν είναι διαχρονικό.
combine vi(come together)αναμειγνύομαι, αναμιγνύομαι ρ αμ
  συνδυάζομαι ρ αμ
 When the two chemicals combine, an explosion occurs.
 Όταν αναμειγνύονται τα δύο χημικά στοιχεία, γίνεται έκρηξη.
combine with [sth] vi + prep(unite with)ενώνομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 Nitrogen combines with hydrogen to produce ammonia.
combine to do [sth] v expr(unite to have an effect) (με κπ για να κάνω κτ)ενώνω τις δυνάμεις μου έκφρ
  συνεργάζομαι ρ αμ
 Poverty and physical disability combined to make life challenging for Wendy.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
combine n(machine: harvests crops)θεριζοαλωνιστική μηχανή επίθ + ουσ θηλ
 You can often see combines in the fields in September.
combine n(commercial enterprise)εμπορική συνεργασία φρ ως ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη, αργκό)κομπίνα ουσ θηλ
 These companies have come together to form a powerful combine.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
combined | combine
ΑγγλικάΕλληνικά
combined effort n(joint action)συλλογική προσπάθεια έκφρ
 The success of the canned food drive was the result of a combined effort by the supermarket and the homeless shelter.
combined operation n(joint venture, joint effort)συλλογική προσπάθεια έκφρ
combined total n(sum)σύνολο ουσ ουδ
  συνολικός επίθ
  όλοι μαζί συνολικά φρ ως επίθ
 The attorneys in the firm have a combined total of over 100 years of experience in corporate law.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'combined effect' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση combined effect στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «combined effect».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!